Πανίδα

H μεσογειακή φώκια Monachus monachus

Tο σημαντικότερο είδος που συναντάνται στην προστατευόμενη περιοχή της Β. Καρπάθου – Σαρίας είναι η μεσογειακή φώκια Monachus monachus, η οποία είναι το υπ’ αριθμό ένα θαλάσσιο θηλαστικό υπό εξαφάνιση στην Ευρώπη ενώ τοποθετείται στα δέκα πιο απειλούμενα είδη στον κόσμο. Συμπεριλαμβάνεται στον κατάλογο των  απειλουμένων ειδών της Διεθνούς Ένωσης για την Προστασία της Φύσης (IUCN 1996) ενώ στην Ελλάδα, η μεσογειακή φώκια, συμπεριλαμβάνεται ως απειλούμενο είδος στο «Kόκκινο Bιβλίο των Απειλουμένων Σπονδυλοζώων της Ελλάδας» (Ελληνική Ζωολογική Εταιρία 1992) και προστατεύεται από το Π.Δ. 67/1981.

Η λατινική ονομασία της μεσογειακής φώκιας, Monachus monachus, σημαίνει “Φώκια μοναχός” και αυτό γιατί το σκούρο χρώμα της θυμίζει ράσο και ο παχύς λαιμός της μοιάζει με κουκούλα μοναχού.

H μεσογειακή φώκια είναι από τα μεγαλύτερα είδη φωκών που υπάρχουν στον κόσμο. Φτάνει σε μήκος τα 3 μέτρα και ζυγίζει μέχρι 300 κιλά. Το σχήμα του σώματός της είναι ατρακτοειδές έτσι ώστε να διευκολύνεται η κίνηση του ζώου μέσα στο νερό. Τα άκρα του έχουν σχήμα πτερυγίων. Δεν έχει εξωτερικά αυτιά, αλλά μικρές ακουστικές οπές. Διαθέτει μακριά μουστάκια που χρησιμεύουν ως αισθητήρια όργανα. Το δέρμα της καλύπτεται από κοντό τρίχωμα μήκους περίπου μισού εκατοστού με πιο συνηθισμένα χρώματα το μαύρο, το σκούρο καφέ ή το γκρίζο στην πλάτη ενώ στην κοιλιά το ανοιχτό γκρίζο.


Διαφορές των δύο Φύλων

Τα ενήλικα αρσενικά είναι κατά μέσο όρο λίγο πιο μεγάλα και βαριά από τα αντίστοιχα θηλυκά (αρσενικά: μήκος 2,4 μέτρα, βάρος 315 κιλά – θηλυκά: μήκος 2,0 – 2,4 μέτρα, βάρος 300 κιλά). Εκτός του μεγέθους οι διαφορές μεταξύ των δύο φύλων εντοπίζονται και στο χρωματισμό του τριχώματος. Τα θηλυκά εμφανίζουν χρωματισμούς που ποικίλουν μεταξύ του καφέ – μπεζ και γκρι – ασημί με ανοιχτότερες αποχρώσεις στην κοιλιά. Τα αρσενικά εμφανίζονται σκούρα γκρι ή μαύρα με μια ευδιάκριτη άσπρη κηλίδα στην κοιλιά.

 

Αναπαραγωγή

Στη μεσογειακή φώκια παρατηρείται ένας μέτριος βαθμός πολυγυνισμού, στον οποίο ένα ενήλικο αρσενικό ζευγαρώνει με περισσότερα από ένα θηλυκά. Η περίοδος κύησης της φώκιας διαρκεί περίπου 10 μήνες και γεννά ένα μικρό κάθε ένα με δυο χρόνια το οποίο θηλάζει για 3–4 μήνες. Το είδος μπορεί να ζήσει έως και 30 χρόνια στη φύση, ενώ η σεξουαλική ωριμότητα παρατηρείται στον 5ο–6ο χρόνο στα αρσενικά και στον 3ο–4ο χρόνο στα θηλυκά. Τα μικρά της μεσογειακής φώκιας έχουν μήκος περίπου 1 μέτρο και ζυγίζουν γύρω στα 15–18 κιλά. Το δέρμα τους καλύπτεται από μακρύ τρίχωμα μήκους 1–1,5 εκατοστών, χρώματος σκούρου καφέ έως μαύρου με μία άσπρη ευμεγέθης κηλίδα στην κοιλιά, της οποίας το σχήμα διαφέρει μεταξύ των δύο φύλων.

 

Μετακίνηση – Διατροφή

Οι δυνατότητες μετακίνησης, κατάδυσης, προσανατολισμού και σύλληψης της τροφής στη θάλασσα είναι πολύ μεγάλες. Σχετικά πρόσφατα επιστημονικά δεδομένα δείχνουν ότι οι Mεσογειακές φώκιες έχουν την ικανότητα να καλύψουν σημαντικές αποστάσεις μέσα σε λίγους μήνες (πάνω από 150 ναυτικά μίλια σε 3 μήνες). Η φώκια Monachus monachus τρέφεται με μια ποικιλία ψαριών και μαλακίων όπως χταπόδια, καλαμάρια και σουπιές. Καθημερινά χρειάζεται για να τραφεί 3–5 κιλά τροφής. Για την εύρεση της τροφής της, η μεσογειακή φώκια μπορεί να διανύσει καθημερινά αρκετά χιλιόμετρα ενώ κυνηγά σε βάθη έως 120 μέτρων, δυνατότητα την οποία αποκτά από την ηλικία λίγων μόλις μηνών.

 

Εμφάνιση στην Ελλάδα

Στην Ελλάδα φιλοξενείται ο μεγαλύτερος πληθυσμός της μεσογειακής φώκιας ο οποίος εκτιμάται περίπου στα 200 με 300 άτομα (IUCN 1998). Οι εμφανίσεις της είναι ευρύτατα κατανεμημένες σε όλη την χώρα με ποιο σημαντικές περιοχές: τις Σποράδες (Εθνικό Θαλάσσιο Πάρκο Αλοννήσου και Βορείων Σποράδων), τις Νοτιοδυτικές Κυκλάδες (Νησιωτικό σύμπλεγμα Κιμώλου – Πολυαίγου), το Ιόνιο πέλαγος (Ζάκυνθος, Κεφαλονιά, Παξοί) και τα Δωδεκάνησα (Κάσος, Κάρπαθος). Η προστατευόμενη περιοχή της Β. Καρπάθου – Σαρίας χαρακτηρίζεται ως ένας πολύ σημαντικός βιότοπος για την διαβίωση και αναπαραγωγή της μεσογειακής φώκιας λόγω των κατάλληλων χερσαίων ενδιαιτημάτων που συναντώνται στην περιοχή και τα οποία χρησιμοποιούνται από αυτές. Εκτιμάται ότι την περιοχή χρησιμοποιεί ένας πληθυσμός τουλάχιστον 30–35 ατόμων διαφόρων ηλικιών, εκτός των νεογέννητων (MOm 2009).

 

Απειλές

Η κυριότερη απειλή που αντιμετωπίζει η μεσογειακή φώκια στην περιοχή είναι η μείωση των κατάλληλων ενδιαιτημάτων για ανάπαυση και αναπαραγωγή και οι οχλήσεις κυρίως λόγω της ανεξέλεγκτης και χωρίς όρους τουριστικής ανάπτυξης της περιοχής της Καρπάθου. Επίσης η εκτεταμένη αλιεία στην ευρύτερη θαλάσσια περιοχή με μηχανότρατες και γρι – γρι οδηγεί στην μείωση της διαθέσιμης τροφής.

Η μεσογειακή φώκια είναι δείκτης υγείας του θαλάσσιου περιβάλλοντος και μέρος της πλούσιας βιοποικιλότητας της Ελλάδας.


Χερσαία και θαλάσσια ασπόνδυλα

Τα χερσαία ασπόνδυλα που απαντώνται στην προστατευόμενη περιοχή και παρουσιάζουν ενδιαφέρον λόγω του ότι είναι ενδημικά της Ελλάδος είναι τα γαστερόποδα Albinaria unicolor, Cecilioides sp., Pyramidula chorismenostoma, Vitrea clessini και Zonites sariae επίσης το ορθόπτερο Rhacocleis silvestri και τέλος το κολεόπτερο Danacaea insularis.

Από τα θαλάσσια ασπόνδυλα τα είδη με εξαιρετικό ενδιαφέρον είναι το δίθυρο Arca noae, κοινώς Καλόγνωμη, και το δίθυρο Pinna nobilis, κοινώς Πίνα, ο πληθυσμός του οποίου είναι από τους μεγαλύτερους στο νότιο Αιγαίο ενώ προστατεύεται από την ευρωπαϊκή νομοθεσία καθώς περιλαμβάνεται στο Παράρτημα ΙV της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 92/43.

 

Σπηλαιοπανίδα 

Στην προστατευόμενη περιοχή συναντώνται δύο σπήλαια αυτό του “Αγίου Ιωάννη” στη Βρουκούντα (διαμορφωμένο σήμερα ως εκκλησία) και αυτό της Ολύμπου (ορατό από το δρόμο Πηγάδια – Όλυμπος στα 400 μ. υψόμετρο). Στο πρώτο σπήλαιο έχουν βρεθεί δύο είδη ισοπόδων, το Chaetophiloscia cellaria και το Bathytropa granulata και ένα είδος ορθοπτέρου, ενδημικό της Καρπάθου, το Discoptila kinzelbachi. Στο σπήλαιο της Ολύμπου έχουν παρατηρηθεί τα εξής είδη: η Πεπλόγλαυκα, είδος κουκουβάγιας (Tyto alba) που προστατεύεται από την Σύμβαση της Βέρνης (περιλαμβάνεται στο Παράρτημα ΙΙ) και τα θηλαστικά Μυγαλή (Crocidura leucodon) και Μικρομυωτίδα, είδος νυχτερίδας (Myotis blythi) τα οποία προστατεύονται από το Ελληνικό Κράτος με το Π.Δ. 67/81, με την Σύμβαση της Βέρνης (περιλαμβάνεται στο Παράρτημα ΙΙ η Μυγάλη και στο Παράρτημα ΙΙΙ η Μικρομυωτίδα) και με την Ευρωπαϊκή Οδηγία 92/43, μόνο η Μικρομυωτίδα, (συμπεριλαμβάνεται στο Παράρτημα ΙΙ και ΙV). Ακόμα στην περιοχή συναντάται η νυχτερίδα Pipistrellus savii η οποία περιλαμβάνεται στο Παράρτημα IV της Οδηγίας 92/43 και προστατεύεται από την Ελληνική Νομοθεσία (Π.Δ. 67/81).

 

Αμφίβια 

Αν η περιοχή δεν παρουσιάζει ποικιλία αμφιβίων, τα λίγα είδη που συναντώνται είναι εξαιρετικά σπάνια και ενδημικά της περιοχής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Σαλαμάνδρα Lyciasalamandra helverseni, κοινώς Κοχυλίνα, η οποία είναι το μοναδικό ενδημικό ουροδελές στην Ελλάδα. Προστατεύεται από το Π.Δ. 67/81, από την Συνθήκη της Βέρνης, από την Ευρωπαϊκή Οδηγία 92/43 και συμπεριλαμβάνεται στο Κόκκινο Βιβλίο των Απειλούμενων Σπονδυλοζώων της Ελλάδας.

Η Κοχυλίνα εμφανίζεται μόνο στη Κάρπαθο, Σαρία, Κάσο και Καστελόριζο και πουθενά αλλού στον κόσμο. Προτιμά ξηρούς βιοτόπους για να ζήσει και μπορεί κανείς να τη συναντήσει κάτω από πέτρες σε μαντρότοιχους αλλά και σε δασώδεις περιοχές.

Επίσης πολύ σημαντικό είδος αμφιβίου είναι και ο βάτραχος Pelophylax cerigensis, τοπικό ενδημικό της Καρπάθου. Θεωρείται είδος άκρως απειλούμενο (IUCN 2010) και συμπεριλαμβάνεται στο Παράρτημα ΙΙΙ της Συνθήκης της Βέρνης.

 

Ερπετά

Τα είδη ερπετών με μεγάλο ενδιαφέρον για την προστατευόμενη περιοχή είναι το Cyrtopodion kotschyi oertzeni, κοινώς Κασίριδα, και το Ablepharus kitaibelii fabichi, κοινώς Αβλέφαρος, καθώς εμφανίζονται μόνο στη Καρπαθο, Σαρία, Κάσο και Αρμάθια. Προστατεύονται από το Π.Δ. 67/81, από την Συνθήκη της Βέρνης ενώ ο Αβλέφαρος περιλαμβάνεται και στο Παράρτημα IV της Ευρωπαικής Οδηγίας 92/43. Άλλα είδη που συναντώνται είναι η Αβλεφαρόσαυρα (Ophisops elegans), το Λιακόνι (Chalcides ocellatus), το Σαμιαμίδι (Hemidactylus turcicus), το Νερόφιδο (Natrix natrix) και ο Μαύρος Ζαμένης (Coluber jugularis), τα οποία προστατεύονται από το Π.Δ. 67/81, από την Συνθήκη της Βέρνης και την Ευρωπαϊκή Οδηγία 92/43.

 

Ορνιθοπανίδα

Η Β. Κάρπαθος και η Σαρία υπάγονται στις “Σημαντικές Περιοχές για τα Πουλιά στην Ευρώπη” καθώς από τα 43 συνολικά είδη πουλιών που έχουν καταγραφεί στη περιοχή, τα 18 περιλαμβάνονται στο Παράρτημα Ι της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 79/409 του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων “Περί Διατήρησης των Άγριων Πτηνών”. Στην περιοχή φωλιάζουν σπάνια αρπακτικά όπως ο Σπιζαετός (Hieraaetus fasciatus), ο Μαυροπετρίτης (Falco eleonorae), ο Πετρίτης (Falco peregrinus) και η Αετογερακίνα (Buteo rufinus). Επίσης ο Αιγαιόγλαρος (Larus audouinii), που αποτελεί το μοναδικό είδος γλάρου που απαντάται μόνο στη Μεσόγειο, και τέλος η Νησοπέρδικα (Alectoris chucar) της οποίας ο πληθυσμός μειώνεται συνεχώς λόγω του κυνηγιού.

Ο Μαυροπετρίτης, γνωστός και ως Βαρβάκι, είναι ένα μεταναστευτικό γεράκι που φωλιάζει σε αποικίες σε ακατοίκητες νησίδες ή σε απόκρημνους βράχους. Αποτελεί το σημαντικότερο είδος στην Ελλάδα καθώς φιλοξενείται το 75% του συνολικού παγκόσμιου πληθυσμού του. Στην Ελλάδα συναντάται από τον Απρίλιο έως τα τέλη Οκτώβρη.

Ο Σπιζαετός αποτελεί ένα από τα απειλούμενα αρπακτικά πουλιά που φιλοξενεί η περιοχή. Το Birdlife International τον κατατάσσει στα απειλούμενα είδη σε Ευρωπαϊκό επίπεδο. Στην Ελλάδα συμπεριλαμβάνεται στα «Τρωτά» είδη του Ελληνικού Κόκκινου Βιβλίου (Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία).